συγκατοικ-ίζω,
A. colonize jointly, join in colonizing, τὴν Σάμον
Hdt. 3.149
, cf. Th. 6.4 ;restore jointly,Λεοντίνουςib. 79 .
II. ς. τινά τινι settleorplantin a placealong with, αὐταῖς ς. δάκη
E. Hipp. 646
.
III. metaph.,establish jointly, μνημεῖα κακῶν τε κἀγαθῶν ἀί̈δια
Th. 2.41
; τοῖς λογισμοῖς ἔρωτα
Max.Tyr. 7.5
.