συγκλείς,κλεῖτος, ἡ(i.e.συγκλής, κλῆτος), Thess. forσύγκλητος,ἡ , IG 9(2).517.10 (Larissa,iii B.C.).
συγκλείς
Gloss
συγκλείς , κλεῖτος, ἡ (i.e. συγκλής, κλῆτος ), Thess. for σύγκλητος, ἡ , IG 9(2).517.10 (Larissa, iii B.C. ).
συγκλείς , κλεῖτος, ἡ (i.e. συγκλής, κλῆτος ), Thess. for σύγκλητος, ἡ , IG 9(2).517.10 (Larissa, iii B.C. ).
συγκλείς,κλεῖτος, ἡ(i.e.συγκλής, κλῆτος), Thess. forσύγκλητος,ἡ , IG 9(2).517.10 (Larissa,iii B.C.).