LSJσυγκορῠ́φ-ωσιςGlossσυγκορῠ́φ-ωσις , εως , ἡ ,= συγκεφαλαίωσις , ib. 25 .συγκορῠ́φ-ωσις,εως,ἡ,=συγκεφαλαίωσις, ib. 25 .