συγ-κρούω,
A. strike together,ς. τὼ χεῖρε clapthe hands, Ar. Ra. 1029 ; ἀλλήλοις τὰ πλοῖα
Plu. Luc. 12
; τοῖς δόρασι τὰς ἀσπίδας
Apollod. 1.1.5
; τὰ σύμφωνα τῶν στοιχείων
Philostr. VS 2.13
.
2. metaph.,bring into collision, ὁ Φίλιππος . . πάντας συνέκρουε
D. 18.19
, cf. 163 ;ς. τινὰς ἀλλήλοις wear out by collision, Th. 1.44 ; ς. φίλους φίλοις καὶ τὸν δῆμον τοῖς γνωρίμοις
Arist. Pol. 1313b17
; διάλυε, μὴ σύγκρουε μαχομένους φίλους
Men. Mon. 122
; ς. τινὰ πρός τινα
Luc. Icar. 20