συγχορηγ-έω,
A. assist with supplies, σφίσι εἰς τοὺς περιεστῶτας καιρούς
Plb. 4.46.5
;τισι
Id. 5.55.1 , etc.: c. acc. rei, ς. τροφάς τισι
Plu. Rom. 6
: abs., ς. ἀφειδῶς
Id. Cleom. 6
.
II. contribute towards, τοῖς γάμοις
Id. Phoc. 30
.
assist with supplies
συγχορηγ-έω,
A. assist with supplies, σφίσι εἰς τοὺς περιεστῶτας καιρούς
Plb. 4.46.5
;τισι
Id. 5.55.1 , etc.: c. acc. rei, ς. τροφάς τισι
Plu. Rom. 6
: abs., ς. ἀφειδῶς
Id. Cleom. 6
.
II. contribute towards, τοῖς γάμοις
Id. Phoc. 30
.