συγ-χῠτικός,ή,όν,
A. confounding,τὸ ψυχρὸν ἁφῆς ς. Plu. 2.948d ; prob. l. forσυντυχ-in 611a ;τί γὰρ ἀναρχίας -κώτερον; Ph. 1.696 .
confounding
συγ-χῠτικός,ή,όν,
A. confounding,τὸ ψυχρὸν ἁφῆς ς. Plu. 2.948d ; prob. l. forσυντυχ-in 611a ;τί γὰρ ἀναρχίας -κώτερον; Ph. 1.696 .