LSJσῡκο-φάγοςGlossσῡκο-φάγος [ ᾰ], ον ,= συκοτράγος , Hsch. s.v. κραδοφάγος , Sch. Pl. Alc. 1.118e .σῡκο-φάγος[ᾰ],ον ,=συκοτράγος, Hsch.A.s.v. κραδοφάγος , Sch. Pl. Alc. 1.118e .ReferencesPl. Alc. 1.118e