σῡκοφαντ-έω,
A. to be a
συκοφάντης
1
, παππῷος ὁ βίος συκοφαντεῖν ἐστί μοι
Ar. Av. 1452
, cf. Ach. 828 , Ec. 562 , al., Lys. 22.1 , Isoc. 15.23 , 21.5 , al., D. 53.1 , 55.1 , al., Men. Epit. 1 , al.; ς κατ' ἀγοράν
Diph. 32.16
: c. acc. pers.,prosecute vexatiously, blackmail,συκοφαντεῖς τοὺς ξένους; Ar. Av. 1431 , cf. V. 1096 (lyr.); τοὺς συμμάχους
Isoc. 15.318
; ἑτέρους ἔσειε καὶ ἐσυκοφάντει
Antipho 6.43
; ς. τοὺς τὰς οὐσίας ἔχοντας
Arist. Pol. 1304b22
, cf. Lys. 19.9 ( Pass. ); συκοφαντοῦμαι νῦν ὑπ' αὐτῶν ἀδίκως