σῡκ-ωτός,ή,όν,
A. fed on figs, τῶν σύκοις σιτευθέντων χοίρων καὶ διὰ τοῦτο συκωτῶν καλουμένων
Aët. 2.127
;ἧπαρ ς. the liverof an animal so fatted, Gal. 6.679 , 704 , Orib. 2.39.2 ;τὰ καλούμενα ς. Gal. 15.657 ; cf.ζυγωγόν.
fed on figs
σῡκ-ωτός,ή,όν,
A. fed on figs, τῶν σύκοις σιτευθέντων χοίρων καὶ διὰ τοῦτο συκωτῶν καλουμένων
Aët. 2.127
;ἧπαρ ς. the liverof an animal so fatted, Gal. 6.679 , 704 , Orib. 2.39.2 ;τὰ καλούμενα ς. Gal. 15.657 ; cf.ζυγωγόν.