συμμετα-πίπτω,
A. change along with, τοῖς αὐτομολοῦσιν
Aeschin. 3.75
; τῷ συμφέροντι
Arist. MM 1209b16
, cf. Gal. 17(2).569 , 18(2).203 ; τῷ μεταβαλλομένῳ συμμετέπιπτε θρόῳ
AP 9.584.14
.
change along with
συμμετα-πίπτω,
A. change along with, τοῖς αὐτομολοῦσιν
Aeschin. 3.75
; τῷ συμφέροντι
Arist. MM 1209b16
, cf. Gal. 17(2).569 , 18(2).203 ; τῷ μεταβαλλομένῳ συμμετέπιπτε θρόῳ
AP 9.584.14
.