συμπαρ-ομαρτέω,
A.
= συμπαρέπομαι , X. Cyr. 1.6.24 , App. Ill. 27 ; of things,accompany, ς. πάσῃ ἡλικίᾳ τὸ κάλλος
X. Smp. 4.17
; φόβος ς. τινί
Id. Cyr. 8.7.7
; ὀσμαί
Id. Oec. 4.21
, Ael. VH 3.1 ; of symptoms, Aret. SD 2.1 , Steph. in Gal. 1.237D.
accompany
συμπαρ-ομαρτέω,
A.
= συμπαρέπομαι , X. Cyr. 1.6.24 , App. Ill. 27 ; of things,accompany, ς. πάσῃ ἡλικίᾳ τὸ κάλλος
X. Smp. 4.17
; φόβος ς. τινί
Id. Cyr. 8.7.7
; ὀσμαί
Id. Oec. 4.21
, Ael. VH 3.1 ; of symptoms, Aret. SD 2.1 , Steph. in Gal. 1.237D.