συμπερι-φέρω,
A. carry round along withortogether, Pl. R. 404c , Arist. HA 548a19 , Thphr. HP 7.5.2 ; οἱ συμπεριφέροντες τὴν ὄψιν ταχὺ σκοτοῦνται
Id. Vert. 7
.
II.
Pass. ,to be carried round together, Pl. R. 617b ; συμπεριφέρεσθαι περιφοράν
Id. Phdr. 248a
; τὸν αὐτὸν κύκλον
Epicur. Ep. 2p.53U.
; τοῖς φανεροῖς ἄστροις with . .,
Placit. 2.13.9
; τὰ ἀπλανῆ συμπεριφέρεται τῷ οὐρανῷ
Stoic. 2.195
, cf. Theo Sm. p.134 H.; ς. [τοῦ ἡλιοσκοπίου] ἡ κόμη τῇ τοῦ ἡλίου κλίσει
Dsc. 4.164
, cf. 190 ( v.l. for -τρεπ- ); τοῦ ὄμματος περιφερομένου συμπεριφέρεσθαι καὶ τὰς ὄψεις