συμποιέω,
A. helporassist in doing,τι
And. 1.62 , Is. 8.16 ; συμποιοῦντος αὐτοῖς καὶ Φίλωνος
PEnteux. 55.9
, cf. 83.6
(iii B.C.); v. σύν c.
II. compose jointly with,τοὺς Ἱππέας ξυνεποίησα τῷ φαλακρῷ τούτῳ(i.e. Eupolisin partnership withAristophanes) Eup. 78 (troch.); Εὐριπίδῃ . . συνεποίεις . . τὴν τραγῳδίαν
Ar. Fr. 580
, cf. Th. 158 ; of a sculptor,συμποιεῖσθαι ἄγαλμα μετά τινοςSch. Ar. Nu. 857 .