συμφορ-έω,
A.
= συμφέρω , in the primary sense,bring together, collect, heap up, Hdt. 5.92 . ή; τὰ ὀστέα ἐς ἕνα Χῶρον
Id. 9.83
;τὰ Χρήματαib. 81 ;τὰ γέρραib. 99 ; λίθους καὶ ξύλα
Th. 6.99
; εἰς μίαν οἴκησιν πάντα Χρήματα
Pl. Lg. 805e
; πνεῦμα ς. τὴν Χιόνα
X. Cyn. 8.1
;αἰτίας καὶ σκώμματα καὶ λοιδορίας ς. D. 18.15 ; συμπτωμάτων πλῆθος οὐχ ὁμογενῶν
Gal. 16.811
; [λόγους] Luc. Pisc. 22 :— Med. ,collect for oneself, Arist. Mir. 832a24 (perh. Pass. ); of birds building nests, Id. HA 559a10 :— Pass. ,to be collected, opp.διαφορεῖσθαι, Pl. Lg. 693a , cf. Epicur. Ep. 1p.23U. ;ἵππος εἰκῇ συμπεφορημένος put togetheranyhow, Pl. Phdr. 253e ; καλιὰν ἐκ δένδρων συμπεφορημένην
Luc. VH 2.40