σύμφορ-ος,ον,
A. accompanying,λιμὸς ἀεργῷ σύμφορος ἀνδρίhunger is the sluggard'scompanion, Hes. Op. 302 : c. gen., πενίης οὐ σύμφοροι, ἀλλὰ κόροιο
Id. Th. 593
.
II. suitable, useful, profitable, c. dat.,ἔκτη . . κούρῃ οὐ σύμφορός ἐστινthe sixth day is notgoodfor a girl, Id. Op. 783 ; οὐ . . σύμφορόν ἐστι γυνὴ νέα ἀνδρὶ γέροντι
Thgn. 457
; ἡ πενίη κακῷ σύμφορος ἀνδρὶ φέρειν
Id. 526
; πολλῷ ξυμφορώτερον ἐς . .
Th. 3.47
; πρὸς . .
Pl. Lg. 766e
, Isoc. 6.74 ( Sup. );σύμφορόν ἐστι,
= συμφέρει , Hdt. 8.60 .ά, S. OC 592 ; Πλούτῳ . . τοῦτο -ώτατον
Ar. Pl. 1162