συνᾰγείρω,aor. συνήγειρα, Ep.
A.
ξυνάγειρα
Il. 20.21
: Ep.
3 pl. aor.1
Pass.
συνάγερθεν
Theoc. 22.76
:—gather together, assemble,ὧν ἕνεκα ξυνάγειρα(sc.τοὺς θεούς) Il. l.c., cf. Pl. Criti. 121c ; ἐκκλησίην
Hdt. 3.142
, cf. 1.206 ; τὸν Ὀλυμπικὸν . . ἀγῶνα, ἵνα τοὺς Ἕλληνας ἅπαντας . . ξυναγείρει
Ar. Pl. 584
; also ς. ἀγῶνα
Lys. 33.1
; ς. κύκλους
Antiph. 190.9