συνᾱγορέω,συνᾰγορ-άγορος, Dor. forσυνηγορέω, -ήγορος(qq. v.).
συνᾱγορέω
Gloss
συνᾱγορέω , συνᾰγορ-άγορος , Dor. for συνηγορέω, -ήγορος (qq. v.).
συνᾱγορέω , συνᾰγορ-άγορος , Dor. for συνηγορέω, -ήγορος (qq. v.).
συνᾱγορέω,συνᾰγορ-άγορος, Dor. forσυνηγορέω, -ήγορος(qq. v.).