συνᾰείρω,
A.
= συναίρω ,raise up together, σὺν δ' ἕταροι ἤειραν [αὐτὸν] ἐπ' ἀπήνην
Il. 24.590
.
II. bindoryoke together(cf.συνήορος, συνωρίς) , σὺν δ' ἤειρεν ἱμᾶσι
10.499
:— Med. , ἐκ πολέων πίσυρας συναείρεται ἵππους
15.680
(v.l. inSch., Eust. ,συναγείρεταιcodd.).