συναλ-ειπτικός,ή,όν,
A. coalescing by
συναλιφή, τὸ -κόν
Eust. 25.33
.Adv. -κῶς withorby συναλιφή, S.E. M. 1.165 , Eust. 834.5 .
coalescing by
συναλ-ειπτικός,ή,όν,
A. coalescing by
συναλιφή, τὸ -κόν
Eust. 25.33
.Adv. -κῶς withorby συναλιφή, S.E. M. 1.165 , Eust. 834.5 .