συνανδρόομαι, Pass. ,
A. grow up along with, ὁκόσοισι ἂν συνανδρωθῇ τὸ νόσημα
Hp. Prorrh. 2.9
; ἡ διάθεσις ς. ταῖς ἡλικίαις
J. BJ 1.23.1
.
grow up along with
συνανδρόομαι, Pass. ,
A. grow up along with, ὁκόσοισι ἂν συνανδρωθῇ τὸ νόσημα
Hp. Prorrh. 2.9
; ἡ διάθεσις ς. ταῖς ἡλικίαις
J. BJ 1.23.1
.