συνανθρωπ-ίζω,
A.
= συνανθρωπεύομαι , Arist. HA 488b3 ; τὸ -ίζον καὶ οἰκουρόν
Ath. 13.611c
.
συνανθρωπ-ίζω , = συνανθρωπεύομαι , Arist. HA 488b3 ; τὸ -ίζον καὶ οἰκουρόν Ath. 13.611c .
συνανθρωπ-ίζω,
A.
= συνανθρωπεύομαι , Arist. HA 488b3 ; τὸ -ίζον καὶ οἰκουρόν
Ath. 13.611c
.