συναν-οίγω,
A. open in company with, συνανοιγόντων καὶ συγκλειόντων τὰς θύρας τοῖς . . ταμίαις
IG 12.91.16
;συνανοίγνουσα(sic) τὰ συγχωσθέντα
SIG 799.8
(Cyzicus,i A.D.):— Pass.
συνανοίγνῠμαι
Them. Or. 20.235c
.
open in company with
συναν-οίγω,
A. open in company with, συνανοιγόντων καὶ συγκλειόντων τὰς θύρας τοῖς . . ταμίαις
IG 12.91.16
;συνανοίγνουσα(sic) τὰ συγχωσθέντα
SIG 799.8
(Cyzicus,i A.D.):— Pass.
συνανοίγνῠμαι
Them. Or. 20.235c
.