συνᾰράσσω, Att.
συνάπ-ττω,
A. dash together, dash in pieces, crush, Hom. only in tmesi, σύν κεν ἄραξ' ἡμέων κεφαλάς
Od. 9.498
; σὺν δ' ὀστέ' ἄραξεν πάντ' ἄμυδις
Il. 12.384
; ς. οἶκον
E. HF 1142
;ς. τινὰ λίθοις, ὀδοῦσι, D.H. 8.59 , Luc. VH 1.30 ; ς. τοὺς ἵππους
D.H. 5.15
:— Pass. ,to be dashed in pieces, σύν τ' ὀστέ' ἀράχθη
Od. 5.426
;συναραχθέντων τῶν πλοίων, by the storm, Hdt. 7.170 ;συναράσσονται κεφαλάς have theirheadsbroken, Id. 2.63 ; -ομένων ὀδόντων
Pancrat. Oxy. 1085.19
; νῆσοι ς. ἀλλήλαις