συναρπάζω,fut.
A.
-άσω
E. IA 535
, Luc. DDeor. 8.1 , -άσομαι
Ar. Lys. 437
, Xenarch. 8 :—snatch and carry away withone,carry clean away, S. OC 819 , E. Or. 1493 (lyr.), X. Mem. 1.4.8 , PSI 4.353.12
(iii B.C.), Gal. 6.301 , etc.; ξ. [τινὰ] βίᾳ
A. Pers. 195
; βίᾳ ἐκ τῆς ὁδοῦ ς. τινάς
Lys. 3.46
, cf. 12.96 ; πάντα ς. ὥσπερ θύελλα
S. El. 1150
;ὁ κρατῶν ἅμα πάντα ς. X. Cyr. 4.2.26 ;ἀετὸς τὸν λαγὼ ς. ib. 2.4.19 ;seize and retain, οὐ δύνανται συναρπάζειν αἱ μῆτραι τὸν γόνον
Hp.
Aër.