συνασκ-έω,
A. helponeto practise, σωφροσύνην καὶ δικαιοσύνην
Isoc. 13.21
; δεινότητ' ἢ εὐφωνίαν
D. 19.339
.
2. train, educate, ordiscipline fully, D.L. 4.67 , 6.23 ; ς. τὴν αἴσθησιν
D.H. Lys. 11
; ἡμᾶς εἰς τοὺς πολέμους
Id. Rh. 7.4
; ἔν τινι
S.E. M. 1.190
; ἑαυτὸν περὶ τοὺς λόγους
Eun. VS p.487
B. ; ς. [τὴν θυγατέρα] ὑπεροπτικὴν τοῦ πλέονος εῖ̓ναι
D.L. 2.72
:— Pass. , φάλαγξ συνησκημένη