συνδια-πολεμέω,
A. carry on a war along with, τὸν πόλεμον
IG 12.108.50
: abs., ib. 22.732
(iii B.C.);νῆες αἱ μετὰ Γυλίππου ξυνδιαπολεμήσασαι which remained withhimthroughout the war, Th. 8.13 .
carry on a war along with
συνδια-πολεμέω,
A. carry on a war along with, τὸν πόλεμον
IG 12.108.50
: abs., ib. 22.732
(iii B.C.);νῆες αἱ μετὰ Γυλίππου ξυνδιαπολεμήσασαι which remained withhimthroughout the war, Th. 8.13 .