συνδια-φέρω,
A. bear along with one, ἄνεμος ς. τὴν ναῦν
Luc. Hist.Conscr. 45
.
II. bear to the end along with, help in maintaining, οἱ Μιλήσιοι τοῖσι Χίοισι τὸν . . πόλεμον συνδιήνεικαν
Hdt. 1.18
, cf. 5.79 , 99 ; ξυνδιήνεγκαν μεθ' ἡμῶν ἐσβολάς τε καὶ μάχας
Ar. Eq. 597
(troch.); ς. πάθος
Plu. Brut. 13
, cf. Jul. Or. 8.241c :— Med. , τὰ τοῦ πολέμου
Ph. 1.323
.