συνδοκέω,
A. seem to one as to another, seem good also, ταῦτα κἀμοὶ συνδοκεῖ
Ar. Av. 811
;εἴ τοι δοκεῖ σφῷν ταῦτα, κἀμοὶ ξυνδοκεῖib. 1630 , cf. Lys. 167 ; ξυνεδόκει τοῖς ἄλλοις ξυμμάχοις ταῦτα
Th. 8.84
; ὅ τι ἂν καὶ τοῖς ἄλλοις . . ξυνδοκῇ
Id. 6.44
; εἰ σοὶ συνδοκεῖ ὅπερ ἐμοί
Pl. Prt. 340b
; πᾶσι συνέδοξε ταῦτα
X. Cyr. 2.2.28
;ᾶ̓ρ' οὖν σοι συνδοκεῖ μέτριος χρόνος; Pl. R. 460e ; διάνοιαν ἣ ς. τοῖς πολλοῖς
Arist. Pol. 1273a23
;κἀμοὶ τοῦτο οὕτω περὶ αὐτοῦ ς. Pl. Sph. 235b ; συνεδόκει ἡμῖν . . ταῦτα
Id. Euthd. 289b