συνεγγράφω [ᾰ],
A. registerorenter along with, εἰς θεούς
Plu. 2.763e
; τῷ ψηφίσματι συνεγγραφήσονται
D.H. 6.84
; τοῖς κατ' ἔτος ἐφήβοις συνεγγραφόμενοι
PSI 10.1160.4
(i B.C.).
register
συνεγγράφω [ᾰ],
A. registerorenter along with, εἰς θεούς
Plu. 2.763e
; τῷ ψηφίσματι συνεγγραφήσονται
D.H. 6.84
; τοῖς κατ' ἔτος ἐφήβοις συνεγγραφόμενοι
PSI 10.1160.4
(i B.C.).