συνείδησις,εως,ἡ,
A. knowledge shared with another,τῶν ἀλγημάτων(in a midwife) Sor. 1.4 .
2. communication, information,εὑρήσεις ς. PPar. p.422
(ii A.D.); ς. εἰσήνεγκαν τοῖς κολλήγαις αὐτῶν
POxy. 123.13
(iii/iv A.D.).
3. knowledge,λῦε ταῦτα πάντα μὴ διαλείψας ἀγαθῇ ς. ( v.l. ἀγαθῇ τύχῃ ) Hp. Ep. 1 .
4. consciousness, awareness, [τῆς αὑτοῦ συστάσεως] Chrysipp.Stoic. 3.43 , cf. Phld. Rh. 2.140
S.,2 Ep.Cor. 4.2 , 5.11 , 1 Ep.Pet. 2.19 ; τῆς κακοπραγμοσύνης
Democr. 297
, cf. D.S. 4.65 , Ep.Hebr. 10.2 ; κατὰ συνείδησιν ἀτάραχοι διαμενοῦσι
Hero Bel. 73
;inner consciousness, ἐν ς. σου βασιλέα μὴ καταράσῃ
LXX Ec. 10.20