σύνειμι, (εἶμι
A. ibo) goorcome together, assemble, ἐς χῶρον ἕνα ξυνιόντες ἵκοντο
Il. 4.446
; ἐς τὠυτό
Hdt. 1.62
; ἐς τὸν Ἰσθμόν
Th. 2.10
, cf. SIG 835
A 4 (Delph.,ii A.D.); συνιόντος ὄχλου πολλοῦ
Ev.Luc. 8.4
.
2. in hostile sense,meet in battle, Il. 14.393 , Hes. Th. 686 ; ἐς μέσον . . συνίτην μεμαῶτε μάχεσθαι
Il. 6.120
; ἔριδι ξυνιόντες
20.66
, Hes. Th. 705 ; ἔριδος πέρι θυμοβόροιο
Il. 16.476