ἀπροσωπολήμπτως (Rec. -λήπτως, cl.), adv.
(α- neg., προσωπολήμπτης),
without respect of persons, impartially: 1Pe.1:17.†
(AS)
impartially
ἀπροσωπολήμπτως (Rec. -λήπτως, cl.), adv.
(α- neg., προσωπολήμπτης),
without respect of persons, impartially: 1Pe.1:17.†
(AS)