διστάζω
(δίς),
to doubt, hesitate: Mat.14:31 28:17.†
SYN.: ἀπορέω, διαπορέω, διακρίνομαι, μετεωρίζομαι (see DCG, i, 491) (AS)
to doubt
διστάζω
(δίς),
to doubt, hesitate: Mat.14:31 28:17.†
SYN.: ἀπορέω, διαπορέω, διακρίνομαι, μετεωρίζομαι (see DCG, i, 491) (AS)