δόμα, -τος, τό
(δίδωμι), [in LXX for מַתָּנָה, etc. ;]
a gift: Mat.7:11, Luk.11:13, Eph.4:8" (LXX), Php.4:17.†
SYN.: δόσις, δῶρον, δωρεά, δώρημα (AS)
gift
δόμα, -τος, τό
(δίδωμι), [in LXX for מַתָּנָה, etc. ;]
a gift: Mat.7:11, Luk.11:13, Eph.4:8" (LXX), Php.4:17.†
SYN.: δόσις, δῶρον, δωρεά, δώρημα (AS)