κατά-λοιπος, -ον
[in LXX for שָׁאַר, שְׁאֵרִית, יָתַר, etc. ;]
left remaining: ἱο κ. τ. ἀνθρώπων, Act.15:17 (LXX).†
(AS)
remaining
κατά-λοιπος, -ον
[in LXX for שָׁאַר, שְׁאֵרִית, יָתַר, etc. ;]
left remaining: ἱο κ. τ. ἀνθρώπων, Act.15:17 (LXX).†
(AS)