νεωτερικός, -ή, -όν
(νεώτερος), [in LXX: 3Ma.4:8 * ;]
= νεανικός,
youthful, esp. of qualities: ἐπιθυμίαι, 2Ti.2:22 (Polyb.).†
(AS)
youthful
νεωτερικός, -ή, -όν
(νεώτερος), [in LXX: 3Ma.4:8 * ;]
= νεανικός,
youthful, esp. of qualities: ἐπιθυμίαι, 2Ti.2:22 (Polyb.).†
(AS)