μετανά-στᾰτος, ον,
devastated by migrations, ἡ Ἑλλὰς οὐχ ὑπ᾽ ἀνθρώπων μόνον γινομένη μ. [[ 1st c.BC(?): Ocellus Lucanus Philosophus 3.5. ] Refs 1st c.BC+]
__II having departed, πατέρων μετανάστατος ψυχή [[ 1st c.AD: Philo Judaeus 1.513. ] Refs 1st c.AD+]