ἀποσταλ-άζω,
={ἀποστάζω} Il, [prev. work][[ “Am.” 45: with _accusative_, ἀποσταλάξει τὰ ὄρη γλυκασμόν LXX.Joel.3(4).18 (= LXX.Amos.9.13).] LXX]
to trickle down
ἀποσταλ-άζω,
={ἀποστάζω} Il, [prev. work][[ “Am.” 45: with _accusative_, ἀποσταλάξει τὰ ὄρη γλυκασμόν LXX.Joel.3(4).18 (= LXX.Amos.9.13).] LXX]