οὐδοπότερος , v. ὁπότερος . οὐδοποτέρωσε , v. ὁποτέρωσε . οὐδοπωσοῦν , οὐδοπωστιοῦν , v. ὁπωσοῦν . οὐδοπότερος, A. v. ὁπότερος .οὐδοποτέρωσε, v. ὁποτέρωσε .οὐδοπωσοῦν,οὐδοπωστιοῦν, v. ὁπωσοῦν .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
οὐδοπότερος , v. ὁπότερος . οὐδοποτέρωσε , v. ὁποτέρωσε . οὐδοπωσοῦν , οὐδοπωστιοῦν , v. ὁπωσοῦν . οὐδοπότερος, A. v. ὁπότερος .οὐδοποτέρωσε, v. ὁποτέρωσε .οὐδοπωσοῦν,οὐδοπωστιοῦν, v. ὁπωσοῦν .