τιθωνόκομον , v. τιθηνόκομον . τιθωνόκομον, A. v. τιθηνόκομον .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
τιθωνόκομον , v. τιθηνόκομον . τιθωνόκομον, A. v. τιθηνόκομον .
τῐθηνόκομον γένος: τοὺς Αἰθίοπας, ἐπεὶ μέλανες καὶ κομῆται ( μελανὶς καὶ κομήτις cod.), Hsch. : also τιθωνόκομον: ἔθνος μέλαν μὲν τὸ ὅλον σῶμα, λευκὸν δὲ τὰς κόμας , Id. τῐθηνόκομον γένος: τοὺς Αἰθίοπ