seven ἑπτά, οἱ, αἱ, τά, indeclinable seven, [[ 8th c.BC: Ilias Homerus Epicus “Illiad” 6.421, etc.] Refs 8th c.BC+]; as a mystical number, [[ 4th c.BC: Aristoteles Philosophus “Metaphysica” 1093a13,
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
seven ἑπτά, οἱ, αἱ, τά, indeclinable seven, [[ 8th c.BC: Ilias Homerus Epicus “Illiad” 6.421, etc.] Refs 8th c.BC+]; as a mystical number, [[ 4th c.BC: Aristoteles Philosophus “Metaphysica” 1093a13,
ἐρεσιμήτρην: τὴν γεωμετρίαν, Hsch. ἐρεσκίη: θρησκ<ε> ία , Id. ἐρεσμεῖ: καταπνεῖ (fort. -πλεῖ ), Id. ἐρεσμεί: κώπη, Id. ἐρεσμίονες: αἱ χεῖρες, Id. ἐρεσιμήτρην: τὴν γεωμετρίαν, Hsch. ἐρεσκίη: θρησκ<ε>
ἐώρα , v. αἰώρα , cf. Ael.Dion. Fr. 23 : pl., of a festival in honour of Erigone, Arist. Fr. 515 ( αἰ - codd.). ἐωρέω , = αἰωρέω , prob. in S. OC 1084 (lyr.), cf. Hsch. , Dosith. p.431 K. ἐώρημα , = α
κᾰπηλ-ίς , ίδος , ἡ , fem. of κάπηλος , Ar. Th. 347 , Pl. 435 , 1120 , Com.Adesp. 567 , Aeschin.Socr. 4 , PFay. 12.23 (ii B.C.) : Καπηλίδες, αἱ , title of play by Theopomp. Com.:—accented κάπηλις , ac
καταιόν-ησις , εως , ἡ , = foreg., D.Chr. 17.6 , M.Ant. 5.9 , Poll. 4.180 , Gal. 12.675 ; αἱ κατὰ κεφαλῆς κ . Ath. 1.24d . καταιόν-ησις,εως,ἡ,=foreg., D.Chr. 17.6 , M.Ant. 5.9 , Poll. 4.180 , Gal. 12.
κλαρά , v. κλάνιον . κλαραγεῖ ( -γείων cod.) : ἐλαφρῶς καθεύδει ( Sicel ), Hsch. κλάρας , = φοῖνιξ , Id. κλάρες: αἱ ἐπὶ ἐδάφου<ς> ἐσχάραι , Id. κλαρά, A. v. κλάνιον .κλαραγεῖ(-γείωνcod.): ἐλαφρῶς κα
fit for winning κρᾰτ-ητικός,ή,όν, A. fit for winning, νίκη κ. δύναμις Pl. Def. 414a . 2. ruling, controlling, δύναμις κ. τῶν προνοουμένων Procl. Inst. 121 ; κ. τῶν ὅλων Id. in Ti. 1.69 ;αἱ κ.
procession of the images of the gods κωμ-ᾰσία,ἡ, A. procession of the images of the godsin Egypt, αἱ τῶν θεῶν κ. OGI 194.25 (i B.C.), cf. PGnom. 199 (ii A.D.), Wilcken Chr. 41 iv 14 (iii A.D.); α
λόε , λοέσσας , λοεσσάμενος , λοέσσομαι , v. λούω . λοετρόν , λοετροχόος , v. λουτρ -. λοέω , v. λούω . λοιάδες: αἱ κόραιτῶν ὀφθαλμῶν , Theognost. Can. 22 ; cf. λογάς (B). λοίαξ: ὁ ξηρὸς χόρτος , Hsch
λόμβαι: αἱ τῇ Ἀρτέμιδι θυσιῶν ἄρχουσαι, ἀπὸ τῆς κατὰ τὴν παιδιὰν σκευῆς. οἱ γὰρ φάλητες οὕτω καλοῦνται , Hsch. λομβούς: τοὺς ἀπεσκολυμμένους , Id. λομβρός , όν , in Comp. λομβρότερον , name of an in d
λοχιᾷ: κρυφαία, γεννᾷ, αὔξει, καὶ ἄρτος τῇ Ἀρτέμιδι γενόμενος, καὶ ἁδροὺς ἀστάχυας ἔχουσα , Hsch. λοχιάδες: αἱ ὗλαι , Id. λοχιᾷ: κρυφαία, γεννᾷ, αὔξει, καὶ ἄρτος τῇ Ἀρτέμιδι γενόμενος, καὶ ἁδροὺς ἀστά
μαστρ-εία , ἡ , Elean μαστράα Schwyzer 409.6 (v B.C.) :— = εὔθυνα , IG 5(1).1433.15 , 16 (pl., Messen., i A.D. ); μαστρίαι: αἱ τῶν ἀρχόντων εὔθυναι , Hsch. μαστρ-εία,ἡ, Eleanμαστράα Schwyzer 409.6 (
μεγᾰλό-πολις , epith. of great cities, αἱ μεγαλοπόλιες Ἀθᾶναι Pi. P. 7.1 ; μεγαλοπόλιες ὦ Συράκοσαι ib. 2.1 ; ἁ μ. Τροία E. Tr. 1291 (lyr.); Ἀθθίς Pae.Delph. 8 ; ἡ λαμπροτάτη μ. Ἀλεξάνδρεια PLips. 45.
mill μῠ́λ-η,ἡ, A. mill: in Hom. ,hand-millturned by women, αἱ μὲν ἀλετρεύουσι μύλης ἔπι μήλοπα καρπόν Od. 7.104 ; γυνὴ . . ἀλετρὶς πλησίον, ἔνθ' ἄρα οἱ μύλαι ἥατο 20.106 ;μύλην στρέφειν, περιάγει
a molar tooth μῠλ-η, ἡ, mill: in [[ 8th c.BC: Homerus Epicus ] Refs 8th c.BC+], hand-mill turned by women, αἱ μὲν ἀλετρεύουσι μύλης ἔπι μήλοπα καρπόν [[ 8th c.BC: Odyssea Homerus Epicus “Odyssey” 7.1
deposit παρακατα-θήκη,ἡ, A. depositof money or propertyentrusted to one's care, Hdt. 5.92 . ή; αἱ τῶν χρημάτων π. Isoc. 1.22 ;π. Ἀθηναίας, i.e. deposited in her temple, IG 22.1407.42 ;π. ἔχεινib. 1
deposit παρακατα-θήκη, ἡ, deposit of money or property entrusted to one's care, [[ 5th c.BC: Herodotus Historicus 5.92. ; αἱ τῶν χρημάτων π. 5th-6th c.BC: Isocrates Orator 1.22 ] Refs 5th c.BC+]; π.
παρούας , οὕτω γὰρ Ἀπολλόδωρος ἐθέλει Ael. NA 8.12 :—also πάρωος , Philum. Ven. 32 , Hsch. παρώας ἵππος a chestnut horse ( μεταξὺ τεφροῦ καὶ πυρροῦ Phot. ), αἱ παρῶαἱ ἵπποι Arist. HA 630a29 : fem. παρ
Περσικός , ή , όν , Persian , ἡ Περσική (sc. χώρα ) Persia , Hdt. 4.39 , etc. Adv. - κῶς Ael. VH 12.1 . Περσικαί, αἱ , slippers , Ar. Nu. 151 ; τὼ Περσικά (dual) Id. Lys. 229 . ψιλὴ Π. Persian carpet
πετά: πτῶσις, στάχυα , Hsch. Πεταγείτνυος , v. Πεδαγείτνυος . πετάζω , = πετάννυμι , Id. πεταιτά: μετέωρα, ἀμπελουργία. ὡς αἱ ἀναδενδράδες , Id. πέτακνον , = πέταχνον , Id. πετά: πτῶσις, στάχυα, Hsch.
πρᾰπίδες , αἱ , dat. πραπίσιν Pi. O. 2.94 , Ep. πραπίδεσσι (v. infr.):— poet., = φρένες , midriff, diaphragm, βάλε . . ἦπαρ ὑπὸ πραπίδων Il. 11.579 , cf. 13.412 , 17.349 : then, since this was deemed
πρόβλαστος , ὁ , epith. of Dionysus, Lyc. 577 ( ἐπεί, ὅταν βλαστάνωσιν αἱ ἄμπελοι . . , θύουσιν αὐτῷ, Sch.). f.l. for πρωί̈βλαστος , q.v. πρόβλαστος,ὁ, epith. of Dionysus, Lyc. 577 (ἐπεί, ὅταν βλαστάν
lay an ambuscade beforehand, προλοχ-ίζω, A. lay an ambuscade beforehand, J. BJ 1.4.4 , 4.9.8 (s.v.l.): c. acc. cogn., π. τινὰς ἐνέδρας Hld. 6.13 :— Pass. ,αἱ προλελοχισμέναι ἐνέδραιthe ambushthat
πρόσχωσις , εως , ἡ ,= πρόσχωμα Ι, αἱ νῆσοι . . τῆς π. σύνδεσμοι γίγνονται Th. 2.102 ; πᾶσα [αἴγυπτος] . . π. οὖσα τοῦ Νείλου Arist. Mete. 351b30 , cf. 352a4 , 353a2 , Str. 1.2.30 , BGU 656.7 (ii A.D.