ἑψ-άνη , ἡ , ̔ἕψὠ = ἑψητήριον , Hsch. ἑψ-άνη,ἡ , ̔ἕψὠ A. = ἑψητήριον , Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἑψ-άνη , ἡ , ̔ἕψὠ = ἑψητήριον , Hsch. ἑψ-άνη,ἡ , ̔ἕψὠ A. = ἑψητήριον , Hsch.
boiling ἕψ-ησις,εως,ἡ, A. boiling, Hp. VM 5 ; ἡ ἕ. τῶν κρεῶν Hdt. 4.61 , cf. SIG 57.34 (Milet.,v B. C.); λινῶν PTeb. 406.22 (iii A. D.);smeltingof ore, Thphr. HP 5.9.1 ;concoction, softening, Gal
ἐώα: ἡ τοῖς προβάτοις περιτιθεμένη διφθέρα , Hsch. ; cf. ὄα, ὤα , also ὑποδίφθερος . ἔῳγα , ἔῳγμαι , v. οἴγνυμι . ἔωθα , ἐώθεα , v. ἔθω . ἐώα: ἡ τοῖς προβάτοις περιτιθεμένη διφθέρα, Hsch. ; cf.ὄα, ὤα,
ἔωρτο , v. ἀείρω . ἕως (A) ἡ , Att. form of the Ion. ἠώς (q. v.). ἔωρτο, A. v. ἀείρω .ἕως(A)ἡ, Att. form of the Ion. ἠώς(q. v.).
ϝοικέα , ἡ , fem. of ϝοικεύς (v. οἰκεύς ), Leg.Gort. 2.8 , al. ϝοικέα,ἡ, fem. ofϝοικεύς(v.οἰκεύς), Leg.Gort. 2.8 , al.
ζάγκλη , ἡ ,= sq., Nic. Al. 180 . an ancient name of Sicilian Messene, from the shape of the natural mole which forms the harbour, Th. 6.4 , etc. ζάγκλη,ἡ,= sq., Nic. Al. 180 . II. an ancient name of
ζάγρα , ἡ , and Dim. ζάγριον , τό , a term of abuse, Timostr. 4 . ζάγρα,ἡ, and Dim. ζάγριον,τό, a term of abuse, Timostr. 4 .
ζαλεία , ἡ ,= δάφνη Ἀλεξανδρεία , Dsc. 4.145 . ζαλεία,ἡ,=δάφνη Ἀλεξανδρεία, Dsc. 4.145 .
surf ζάψ,ἡ, A. surf, καρῖδας ἡ ζ. ἐκφέρει κἰχθύδια Cratin.Jun. 13 , cf. Euph. 3 , Simm. 11 ;πόντου . . περιστείνει ἁλυκὴ ζ. Dionys. Iamb. ap. Clem.Al. Strom. 5.8.47 (who says some tookζ.͂ πῦρ).
ζέρνα , ἡ ,= κύπειρος , Gp. 2.6.23 . ζέρνα,ἡ,=κύπειρος, Gp. 2.6.23 .
ζετραία , ἡ , Thracian for χύτρα , Poll. 10.95 . ζετραία,ἡ, Thracian forχύτρα, Poll. 10.95 .
ζεύγελα: διάβροχα ξύλα: καὶ τῶν βοῶν ἢ ἡμιόνων ζευκτά: καὶ τέμαχος ἐκ πλευρᾶς ἡλισμένης , Hsch. ζεύγελα: διάβροχα ξύλα: καὶ τῶν βοῶν ἢ ἡμιόνων ζευκτά: καὶ τέμαχος ἐκ πλευρᾶς ἡλισμένης, Hsch.
ζεῦγλᾰ , ἡ , poet. for sq., ἄτης E. Fr. 285.10 , cf. Lyr.Alex.Adesp. 11.8 , AP 9.19 ( Arch. ), Choerob. in Theod. 1.304 . ζεῦγλᾰ,ἡ, poet. for sq., A. ἄτης E. Fr. 285.10 , cf. Lyr.Alex.Adesp. 11.8
ζεύκ-τειρα , ἡ , fem. from sq., of Aphrodite, Orph. H. 55.3 . ζεύκ-τειρα,ἡ, fem. from sq., of Aphrodite, Orph. H. 55.3 .
ζευκ-τικός , ή , όν ,= εὐναῖος , of Aphrodite, Sch. Opp. H. 4.156 ; = ζευκτήριος, ἡνίαι Gloss. ζευκ-τικός,ή,όν,=εὐναῖος, of Aphrodite, Sch. Opp. H. 4.156 ; A. = ζευκτήριος, ἡνίαι Gloss.
rope Related to: ζεύγλ-η, ἡ, loop attached to the yoke (ζυγόν), through which the beasts' heads were put, χαίτη ζεύγλης ἐξεριποῦσα παρὰ ζυγόν [[ 8th c.BC: Ilias Homerus Epicus “Illiad” 17.440; ἔζευξα
ζεφῠρ-ικός , ή , όν ,= sq., Arist. Mete. 364a20 , Thphr. HP 8.7.7 . ζεφῠρ-ικός,ή,όν,= sq., Arist. Mete. 364a20 , Thphr. HP 8.7.7 .
ζηλημ-οσύνη , ἡ , poet. for ζῆλος , Q.S. 13.388 (pl.). ζηλημ-οσύνη,ἡ, poet. forζῆλος, Q.S. 13.388 (pl.).
ζηλοσύνη , ἡ , poet. for ζῆλος , h.Ap. 100 . ζηλοσύνη,ἡ, poet. forζῆλος, h.Ap. 100 .
jealousy, rivalry, envy ζηλοτῠπ-ία,ἡ, A. jealousy, rivalry, envy, Aeschin. 3.81 , Com.Adesp. 16.20D. ; ζ. καὶ φθόνος τῆς δόξης Plu. Per. 10 ; ἡ κατὰ τὴν τέχνην ζ. Luc. Cal. 2 ; ζ. πρός τινα Plu.
ζητ-ηματικός , ή , όν , = ζητητικός 2 , Sch.Pl. p.212H. ζητ-ηματικός,ή,όν, A. = ζητητικός 2 , Sch.Pl. p.212H.
seeking, search for ζήτ-ησις,εως,ἡ, A. seeking, search for, κατ' Εὐρώπης ζήτησιν ἐκπλῶσαι Hdt. 2.44 ;κατὰ βίου τε καὶ γῆς ζ. Id. 1.94 , cf. 2.54 ;ἀνδρὸς κατὰ ζήτησινinquestof him, S. Tr. 55 ; ἡ ζ.
ζιβύνη , ἡ , = σιβύνη , LXX Is. 2.4 , Ph. Bel. 92.44 , Porph. ap. Eus. PE 3.12 : ζηβήνη , Hsch. :— Dim. ζιβύννιον , τό , Id. ζιβύνη,ἡ, A. = σιβύνη , LXX Is. 2.4 , Ph. Bel. 92.44 , Porph. ap. Eus. PE
ζοῦον: θηρίον, ἢ ἐρυσίπελας , Id. (Prob. Thess. for ζῷον .) ζούσθω: ζωννύσθω , Id. (Prob. Thess.) ζοῦον: θηρίον, ἢ ἐρυσίπελας, Id. (Prob. Thess. forζῷον.)ζούσθω: ζωννύσθω, Id. (Prob. Thess.)