τολμ-ητικός , ή , όν , = τολμηρός , in Sup. , Hippod. ap. Stob. 4.1.94 . τολμ-ητικός,ή,όν, A. = τολμηρός , in Sup. , Hippod. ap. Stob. 4.1.94 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
τολμ-ητικός , ή , όν , = τολμηρός , in Sup. , Hippod. ap. Stob. 4.1.94 . τολμ-ητικός,ή,όν, A. = τολμηρός , in Sup. , Hippod. ap. Stob. 4.1.94 .
ventured, to be ventured, τολμ-ητός,ή,όν, alsoός,όν E. Hel. 816 :— A. ventured, to be ventured, πὰν τόλμᾱτον Sapph. 2.17 ; ἔστ' ἐκείνῳ πάντα . . τολμητά within the compass of his daring, S. Ph.
cut, cut off, τομ-αῖος,α,ον, alsoος,ον E. Alc. 101 (lyr.): (τομή):— A. cut, cut off, βόστρυχος, χαίτα(cf. τομή1), A. Ch. 168 , E. l. c. II. cut in pieces, ἄκος τ. cutorshredded ready for use, A. C
τομ-ιαῖος , α , ον , = sq., Gloss. τομ-ιαῖος,α,ον,=sq.,Gloss.
τοξο-βέλεμνος , ον , = sq., of Apollo, Orph. H. 34.6 . τοξο-βέλεμνος,ον,=sq., of Apollo, Orph. H. 34.6 .
τορονευτός , ή , όν , = τορνευτός , Edict.Diocl. 15.43 . τορονευτός,ή,όν, A. = τορνευτός , Edict.Diocl. 15.43 .
τοσᾰ-πλᾰσίων , ον , gen. ονος , = τοσαυταπλάσιος , Porph. in Harm. p.325 W. τοσᾰ-πλᾰσίων,ον, gen.ονος, A. = τοσαυταπλάσιος , Porph. in Harm. p.325 W.
the people of T., Τρᾱχίς, Ion. Τρηχίς,ῖνος,ἡ,Trachisin Thessaly, Il. 2.682 , etc.; alsoΤραχίν, Str. 9.4.13 :—Adj. Τρᾱχίνιος [ῑν],α,ον, Ion. Τρηχ-, Hdt. 7.198 , S. Ph. 491 , etc.; alsoος,ον Theoc. 2
τρᾱχῠ́-δερμος , ον , = sq., Arist. ap. Ath. 7.305d (om. Rose, Arist. Fr. 294 ), Tz.ad Lyc. 340 . τρᾱχῠ́-δερμος,ον,=sq., Arist. ap. Ath. 7.305d (om. Rose, Arist. Fr. 294 ), Tz.ad Lyc. 340 .
τρηχᾰλέος , η , ον , poet. for τρηχύς, Pancrat. Oxy. 1085.11 , Marc. S Id. 27 , AP 5.291.6 ( Agath. ), 6.63 ( Damoch. ), 64 (Paul. Sil.), APl. 4.113 ( Jul. ). τρηχᾰλέος,η,ον, poet. forτρηχύς, Pancrat
τρῐ-αύχενος , ον , = sq., of the moon-goddess, PMag.Par. 1.2525 . τρῐ-αύχενος,ον,=sq., of the moon-goddess, PMag.Par. 1.2525 .
τρι-κᾰλίνδητος , ον , = τρικυλίνδητος , EM 766.22 , Phot. τρι-κᾰλίνδητος,ον, A. = τρικυλίνδητος , EM 766.22 , Phot.
τρί-κορος , ον , ( κόρη 111 ) = τρίγληνος , Sch. Il. 14.183 , Sch. Od. 18.298 . τρί-κορος,ον, ( A. κόρη 111 ) = τρίγληνος , Sch. Il. 14.183 , Sch. Od. 18.298 .
τρι-κόρῠθος , ον , = sq., Αἴας E. Or. 1480 (lyr.). τρι-κόρῠθος,ον,=sq., A. Αἴας E. Or. 1480 (lyr.).
τρι-κοτῠλιαῖος , α , ον , = sq. 1 , Alex.Aphr. de An. 141.10 . τρι-κοτῠλιαῖος,α,ον,=sq. 1 , Alex.Aphr. de An. 141.10 .
holding three τρι-κότῠλος,ον(η,ον Inscr.Délos 1432 Ab ii 30 (ii B. C.)), A. holding three κοτύλαι, Ar. Th. 743 , Dionys.Com. 5 , Men. 324 . II. οἶνος τ. costing an obol for three κοτύλαι, Hsch.
τρι-μναῖος , α , ον , = sq., γόμφος SIG 246 ii 41 (Delph., iv B. C. ). τρι-μναῖος,α,ον,=sq., A. γόμφος SIG 246 ii 41 (Delph.,iv B. C.).
τρί-μορος [ῐ] , ον , = τρίμοιρος , Orph. A. 1056 (dub.). τρί-μορος [ῐ],ον, A. = τρίμοιρος , Orph. A. 1056 (dub.).
τρῐ-όργυιος , ον , f. l. for τριώρυγος (q. v.). τρῐ-όργυιος,ον, A. f. l. for τριώρυγος (q. v.).
τρι-πᾰλαιστιαῖος , α , ον , = sq., Ath.Mech. 23.3 . τρι-πᾰλαιστιαῖος,α,ον,=sq., Ath.Mech. 23.3 .
τρί-σᾱμος , ον , Dor. for τρίσημος. τρί-σᾱμος,ον, Dor. forτρίσημος.
τρί-σημος [ ῐ], ον , in Music and Prosody, = τρίχρονος , Aristox. Rhyth. 2.10 , Aristid.Quint. 1.14 . Dor. Τρίσᾱμος , epith. of the τριάς, Nicom. ap. Phot. Bibl. p.144B. τρί-σημος[ῐ],ον,in Music and P
τρί-σωμος , ον , = foreg., An.Ox. 2.307 . τρί-σωμος,ον,=foreg., An.Ox. 2.307 .
τρῐ-χουνιαῖος , α , ον , = sq., χύτρα Dsc. 2.76.12 . τρῐ-χουνιαῖος,α,ον,=sq., A. χύτρα Dsc. 2.76.12 .