χυτρ-ίτης [ῑ] , ου , ὁ , = πυός , Sch. Ar. Pax 1150 . χυτρ-ίτης [ῑ],ου,ὁ, A. = πυός , Sch. Ar. Pax 1150 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
χυτρ-ίτης [ῑ] , ου , ὁ , = πυός , Sch. Ar. Pax 1150 . χυτρ-ίτης [ῑ],ου,ὁ, A. = πυός , Sch. Ar. Pax 1150 .
χωμᾰτ-εκβολεύς , έως , ὁ , = ἐκβολεύς , Pap. in Wiener Denkschr. 47(4).55 (iii A. D.) . χωμᾰτ-εκβολεύς,έως,ὁ, A. = ἐκβολεύς , Pap. in Wiener Denkschr. 47(4).55 (iii A. D.).
χων-ευτήρ , ῆρος , ὁ , = χόανον , Sch. Hes. Th. 863 . χων-ευτήρ,ῆρος,ὁ, A. = χόανον , Sch. Hes. Th. 863 .
χῶνος , ὁ , contr. for χόανον, χόανος, = χώνη, χοάνη. χῶνος,ὁ, contr. forχόανον, χόανος, A. = χώνη, χοάνη.
χωρυτός , ὁ , collat. form of γωρυτός, Hsch. s.h.v. χωρυτός,ὁ, collat. form ofγωρυτός, Hsch. s.h.v.
ψᾰθοπλόκος , ὁ , = ψιαθοπλόκος , Sammelb. 5124.332 (ii A. D.) . ψᾰθοπλόκος,ὁ, A. = ψιαθοπλόκος , Sammelb. 5124.332 (ii A. D.).
ψαλάκιος , ὁ , perh. an occupational name, dub. in PLond. 3.604.40 (i A. D.) . ψαλάκιος,ὁ, perh. an occupational name, dub. in PLond. 3.604.40 (i A. D.).
ψάρος or ψᾶρος , ὁ , = ψάρ , Arist. HA 617b26 ; gen. pl. ψάρων Gal. 6.435 . ψάροςorψᾶρος,ὁ, A. = ψάρ , Arist. HA 617b26 ; gen. pl. ψάρων Gal. 6.435 .
ψαύριος or ψαυρός , ὁ , acc. to Hsch. = κονιορτός, φορυτός. ψαύριοςorψαυρός,ὁ, acc. to Hsch. A. = κονιορτός, φορυτός.
ψᾰφᾰρ-ίτης [ῑ] , ου , ὁ , = ψαφαρός, ῥύπος AP 12.192 ( Strat. ). ψᾰφᾰρ-ίτης [ῑ],ου,ὁ, A. = ψαφαρός, ῥύπος AP 12.192 ( Strat. ).
ψᾰφᾰρο-χαίτης , ου , ὁ , gloss on φυκιοχαίτης , PSI 8.892 (iv A. D.) , restd. fr. Hsch. s.v. φυκιοχαίτης. ψᾰφᾰρο-χαίτης,ου,ὁ, A. gloss on φυκιοχαίτης , PSI 8.892 (iv A. D.), restd. fr. Hsch. s.v.
ψεῦδις , ιος , ὁ , ἡ , poet. word, = ψευδής , Pi. N. 7.49 . ψεῦδις,ιος,ὁ,ἡ, poet. word, A. = ψευδής , Pi. N. 7.49 .
ψευδο-κάρπᾰσος , ὁ , = κάχρυ , Ps.- Dsc. 3.74 . ψευδο-κάρπᾰσος,ὁ, A. = κάχρυ , Ps.- Dsc. 3.74 .
lying vagrant, ψευδο-πλάνης [ᾰ],ητος,ὁ, andψευδο-πλᾰνήτης,ου,ὁ, prob. A. lying vagrant, Eust. 1762.2 , 1742.23 , of Odysseus.
ψευδολογ-ιστής , οῦ , ὁ , = sq., name of a treatise by Lucian. ψευδολογ-ιστής,οῦ,ὁ,=sq., name of a treatise by Lucian.
ψευδόμενος , ὁ , v. ψεύδω B. IV. ψευδόμενος,ὁ, A. v. ψεύδω B. IV.
ψευσ-τήρ , ῆρος , ὁ , = sq., Man. 4.119 . ψευσ-τήρ,ῆρος,ὁ,=sq., Man. 4.119 .
ψήρ , ὁ , gen. ψηρός, Ion. for ψάρ (q. v.). ψήρ,ὁ, gen.ψηρός, Ion. forψάρ(q. v.).
one who drives a traffic in ψηφισμᾰτο-πώλης,ου,ὁ, A. one who drives a traffic in ψηφίσματα, Ar. Av. 1037 ; alsoψηφισμᾰτο-γράφος [ᾰ],ὁ, Arg. Ar. Av.
ψηφο-κλέπτης , ου , ὁ , = ψηφοπαίκτης , Ath. 1.19b , cf. Eust. 1601.50 . ψηφο-κλέπτης,ου,ὁ, A. = ψηφοπαίκτης , Ath. 1.19b , cf. Eust. 1601.50 .
ψίθῠρ [ῐ] , ῠρος , ὁ , = ψίθυρος , a form actually found acc. to EM 506.31 , cf. Sch. Theoc. 1.1 . ψίθῠρ [ῐ],ῠρος,ὁ, A. = ψίθυρος , a form actually found acc. to EM 506.31 , cf. Sch. Theoc. 1.1 .
ψίλαξ (A) [ ῑ], ακος , ὁ , = ψιλός , Ar. Fr. 891 . ψίλαξ(A) [ῑ],ακος,ὁ, A. = ψιλός , Ar. Fr. 891 .
ψιλεύς , έως , ὁ , in pl. ψιλεῖς: οἱ ὕστατοι χορεύοντες, Hsch. ; ἐπ' ἄκρου χοροῦ ἱστάμενος, Suid. ψιλεύς,έως,ὁ, in pl.ψιλεῖς: οἱ ὕστατοι χορεύοντες, Hsch. ;ἐπ' ἄκρου χοροῦ ἱστάμενος, Suid.
ψίμυθ-ος , ὁ , radic. form of ψιμύθιον, IG 11(2).145.9 (Delos, 301 B.C.): scanned ψῐμῠ- in AP 11.374 ( Maced. ), 408 (Lucian.). ψίμυθ-ος,ὁ, radic. form ofψιμύθιον, IG 11(2).145.9 (Delos, 301 B.C.): s