Μαργῑτ-εία , ἡ , = Μαργιτομανία , Phld. Rh. 1.139 S. ; cf. sq. Μαργῑτ-εία,ἡ, A. = Μαργιτομανία , Phld. Rh. 1.139 S. ; cf. sq.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
Μαργῑτ-εία , ἡ , = Μαργιτομανία , Phld. Rh. 1.139 S. ; cf. sq. Μαργῑτ-εία,ἡ, A. = Μαργιτομανία , Phld. Rh. 1.139 S. ; cf. sq.
corroborative evidence μαρτῠ́ρ-ησις,εως,ἡ, A. corroborative evidence, ἡ ἀπὸ τῶν φαινομένων μ. Sor. 1.41 .
μαρτῠροποι-ί̈α , ἡ , Astrol., = μαρτυρία 11 , Ptol. Tetr. 183 (pl.). = testificatio, Gloss. μαρτῠροποι-ί̈α,ἡ, Astrol., A. = μαρτυρία 11 , Ptol. Tetr. 183 (pl.). II. = testificatio, Gloss.
μαστ-ίκτειρα , ἡ , v. μάστειρα . μαστ-ίκτειρα,ἡ, A. v. μάστειρα .
μάστα: ἡγεμών, ἢ μεγάλως , Hsch. μάστα: ἡγεμών, ἢ μεγάλως, Hsch.
μαστῑγ-ωτικός , ή , όν , gloss on μάστειρα (q. v.), Sch. A. Supp. 163 . μαστῑγ-ωτικός,ή,όν, A. gloss on μάστειρα (q. v.), Sch. A. Supp. 163 .
μαστῐχ-ηρά (sc. ἔμπλαστρος ), ἡ , a plaster, Aët. 15.15 (a) Z. μαστῐχ-ηρά(sc.ἔμπλαστρος),ἡ, a plaster, Aët. 15.15 (a) Z.
μαστρ-εία , ἡ , Elean μαστράα Schwyzer 409.6 (v B.C.) :— = εὔθυνα , IG 5(1).1433.15 , 16 (pl., Messen., i A.D. ); μαστρίαι: αἱ τῶν ἀρχόντων εὔθυναι , Hsch. μαστρ-εία,ἡ, Eleanμαστράα Schwyzer 409.6 (
μάστρ-υς , υος , ἡ , = μαστροπός , Phot. s.v. ματρυλεῖον . μάστρ-υς,υος,ἡ, A. = μαστροπός , Phot. s.v. ματρυλεῖον .
μαστροπ-ίς , ίδος , ἡ , fem. of sq., Lib. Decl. 40.46 (pl.). μαστροπ-ίς,ίδος,ἡ, fem. of sq., Lib. Decl. 40.46 (pl.).
μαστύς , ύος , ἡ , Ion. for μάστευσις , Call. Fr. 277 . μαστύς,ύος,ἡ, Ion. forμάστευσις, Call. Fr. 277 .
μασχαλ-ίς , ίδος , ἡ , = μασχάλη 11 , Thphr. HP 3.7.5 , Ctes. Fr. 57.28 (pl.). = μασχαλιστήρ 1 , Hsch. μασχαλ-ίς,ίδος,ἡ, A. = μασχάλη 11 , Thphr. HP 3.7.5 , Ctes. Fr. 57.28 (pl.). II. = μασχαλιστ
μαται-οσύνη , ἡ , = ματαιότης , Polem.Phgn. 13 , al. μαται-οσύνη,ἡ, A. = ματαιότης , Polem.Phgn. 13 , al.
μᾰταιο-κοπία , Ion. -ιη , ἡ , = ματαιοπονία , prob. in Hp. Praec. 12 . μᾰταιο-κοπία, Ion. -ιη,ἡ, A. = ματαιοπονία , prob. in Hp. Praec. 12 .
μᾰταιο-πρᾱγέω , μᾰταιο-πρᾱγία , ἡ , = ματαιοπονέω, -πονία , Eust. 543.4 . μᾰταιο-πρᾱγέω,μᾰταιο-πρᾱγία,ἡ, A. = ματαιοπονέω, -πονία , Eust. 543.4 .
futility μᾰταιότης, ητος, ἡ, vanity, purposelessness, ματαιότης ματαιοτήτων [[ LXX.Eccl.1.2, compare 1st c.AD: Philo Judaeus 1.426; τῇ μ. ἡ κτίσις ὑπετάγη NT.Rom.8.20 ] LXX+1st c.AD+]; folly, ἀνθρώπω
vanity, purposelessness μᾰταιότης,ητος,ἡ, A. vanity, purposelessness, ματαιότης ματαιοτήτων LXX Ec. 1.2 , cf. Ph. 1.426 ; τῇ μ. ἡ κτίσις ὑπετάγη Ep.Rom. 8.20 ;folly, ἀνθρώπων Phld. Rh. 2.26 S.
μάταν , Adv. , Dor. for μάτην . μάταν: ἡ λύγξ, ἔνιοι δὲ μάταν,Adv., Dor. forμάτην. II. μάταν: ἡ λύγξ, ἔνιοι δὲ
μᾰτήρ , ῆρος , ὁ , = μαστήρ , Hsch. μάτηρ [ ᾱ], ἡ , Dor. for μήτηρ . μᾰτηρεύω , ( ματήρ ) = ματεύω , Id., Phot. μᾰτήρ,ῆρος,ὁ, A. = μαστήρ , Hsch. μάτηρ[ᾱ],ἡ , Dor. forμήτηρ.μᾰτηρεύω, (ματήρ) = ματε
knife μαῦλις(B),ἡ, A. knife, acc. μαῦλιν Call. Aet. 3.1.9 ; dat. μαύλιδι Nic. Th. 706 ; nom. pl. μαύλιες AP 15.25 ( Besant. ):—alsoμαυλία,ἡ, in acc. pl. -ίας, Sch. Th. 1.6 , Suid.
fit for fighting μᾰχ-ητικός,ή,όν, A. fit for fighting, ὀδόντες μ. Arist. PA 662b34 ;warlike, μ. παιδιαί Id. Rh. 1371a1 ; of persons,pugnacious, ib. 1381a32 , etc.;μ. περὶ κέρδουςib. 1372b31 :ἡ -κ
μᾰχαιριωτός , ή , όν , = μαχαιρωτός, καυτήρ v.l. in Paul.Aeg. 6.62 . μᾰχαιριωτός,ή,όν, A. = μαχαιρωτός, καυτήρ v.l. in Paul.Aeg. 6.62 .
Μᾱχᾰν-ίς , ίδος , ἡ , title of Athena at Cos, SIG 1026.21 (iv/iii B. C.) . Μᾱχᾰν-ίς,ίδος,ἡ, title of Athena at Cos, SIG 1026.21 (iv/iii B. C.).
Μᾱχᾰν-ῖτις , ιδος , ἡ , title of Aphrodite and Athena at Megalopolis, Paus. 8.31.6 , 8.36.5 . Μᾱχᾰν-ῖτις,ιδος,ἡ, title of Aphrodite and Athena at Megalopolis, Paus. 8.31.6 , 8.36.5 .