χλῐερός , ή , όν , Ion. for χλιαρός : also Adv. χλιηρῶς , Hp. Mul. 1.78 ; cf. χλιαρός. χλῐερός,ή,όν, Ion. forχλιαρός: alsoAdv. χλιηρῶς, Hp. Mul. 1.78 ; cf.χλιαρός.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
χλῐερός , ή , όν , Ion. for χλιαρός : also Adv. χλιηρῶς , Hp. Mul. 1.78 ; cf. χλιαρός. χλῐερός,ή,όν, Ion. forχλιαρός: alsoAdv. χλιηρῶς, Hp. Mul. 1.78 ; cf.χλιαρός.
χλωρ-ικός , ή , όν , perh. f.l. for χωρικός, ἀρτεμισία PMag.Par. 1.914 . χλωρ-ικός,ή,όν, perh. A. f.l. for χωρικός, ἀρτεμισία PMag.Par. 1.914 .
of a swine, χοίρ-ειος,α,ον, Ep. χοίρεος,η,ον:— A. of a swine, κρέα χοίρεια Ar. Ra. 338 , X. An. 4.5.31 ; κόπρος Arist. Fr. 277 ;κόπρον χυρίαν(sic) PHolm. 25.16 . II. χοίρεα(sc.κρέα)pig's-flesh
χοιρ-ικός , ή , όν , late form for χοίρειος, condemned by EM 775.33 . χοιρ-ικός,ή,όν, late form forχοίρειος,condemned by EM 775.33 .
χολό-βᾰφος , ον , = foreg., Aret. SA 2.4 . χολό-βᾰφος,ον,=foreg., Aret. SA 2.4 .
χολο-δόχος , ον , = χοληδόχος , Gal. 2.579 . χολο-δόχος,ον, A. = χοληδόχος , Gal. 2.579 .
χολοί-βᾰφος , ον , poet. for χολοβαφής, Nic. Th. 444 . χολοί-βᾰφος,ον, poet. forχολοβαφής, Nic. Th. 444 .
χόνδρ-ῐνος , η , ον , = χονδρίτης, ἄρτος Archestr. Fr. 4.13 . χόνδρ-ῐνος,η,ον, A. = χονδρίτης, ἄρτος Archestr. Fr. 4.13 .
χονδρ-ιωτός , ή , όν , epith. of κάναστρον, dub. in Supp.Epigr. 1.414.6 (cf. p.139 ) (Gort., v/iv B. C. ). χονδρ-ιωτός,ή,όν, epith. ofκάναστρον,dub. in Supp.Epigr. 1.414.6 (cf. p.139 ) (Gort.,v/iv B.
χρεμψῐθέᾱτρος , ον , = ἐν τῷ θεάτρῳ χρεμπτόμενος , Com.Adesp. 1198 . χρεμψῐθέᾱτρος,ον, A. = ἐν τῷ θεάτρῳ χρεμπτόμενος , Com.Adesp. 1198 .
useful, serviceable, χρήσῐμ-ος,η,ον, alsoος,ον X. Mem. 3.8.8 , Pl. Grg. 480b , R. 333b : (χράμαι):— A. useful, serviceable,first in Thgn. 406 ; εἰς ἀνάγκαν, ἔνθ' οὐ ποδὶ χρησίμῳ χρῆται S. OT 878 (
profitable χρήσῐμ-ος, η, ον, also ος, ον [[ 5th-6th c.BC: Xenophon Historicus “Memorabilia” 3.8.8, 5th-6th c.BC: Plato Philosophus “Gorgias” 480b, “R.” 333b ] Refs 5th c.BC+]: (χράμαι):— useful, serv
χρησμο-λάλος [ᾰ] , ον , = χρησμολόγος, τρίποδες Orac. in App.Anth. 6.82.10 . χρησμο-λάλος [ᾰ],ον, A. = χρησμολόγος, τρίποδες Orac. in App.Anth. 6.82.10 .
oracular, prophetic, χρηστήριος,α,ον, alsoος,ον A. Eu. 241 : (χράω(B) A): A. oracular, prophetic, ἐφετμαίl. c.; ὄρνιθες Id. Th. 26 ; χρηστηρίαν ἐσθῆτα Id. Ag. 1270 ; τρίπους χ. E. Ion 1320 ; τ
after a long time, late, χρόν-ιος,α,ον, alsoος,ον E. Ion 470 (lyr.), Andr. 84 , Th. 6.31 :— A. after a long time, late, ἐλθὼν χρόνιος Od. 17.112 ; χρονία μὲν ἥκεις Cratin. 222 , cf. Ar. Th. 912
χρυσᾱλάκατος , ον , Dor. for χρυσηλ- (q. v.). χρυσᾱλάκατος,ον, Dor. forχρυσηλ-(q. v.).
χρύσειος [ῡ] , η , ον , Ep. for χρύσεος (q. v.). χρύσειος [ῡ],η,ον, Ep. forχρύσεος(q. v.).
χρῡσεό-κμητος , ον , v. χρυσεόδμητος. χρῡσεό-κμητος,ον, A. v. χρυσεόδμητος.
χρῡσεο-κόλλητος , ον , = χρυσοκόλλητος , Paul.Sil. Ambo 159 . χρῡσεο-κόλλητος,ον, A. = χρυσοκόλλητος , Paul.Sil. Ambo 159 .
χρῡσεό-μαλλος , ον , = χρυσόμαλλος, ποίμνα, δέρος , Id. El. 724 (lyr.), Hyps.Fr. 3(1)i i 22 (lyr.), cf. Orph. A. 1018 . χρῡσεό-μαλλος,ον, A. = χρυσόμαλλος, ποίμνα, δέρος , Id. El. 724 (lyr.), Hyps.F
χρῡσεό-νωτος , ον , = χρυσόνωτος, ἀσπίς E. Fr. 159 (lyr.). χρῡσεό-νωτος,ον, A. = χρυσόνωτος, ἀσπίς E. Fr. 159 (lyr.).
χρῡσεο-σάμβᾰλος , ον , v. l. for sq. in cod. H (Jerusalem palimpsest) of E. Or. 1468 (lyr.), cf. Hermes 64.424 . χρῡσεο-σάμβᾰλος,ον,v.l. for sq. in cod. H (Jerusalem palimpsest) of E. Or. 1468 (lyr.),
χρῡσεο-στέφᾰνος , ον , f.l. for χρυσοστέφανος (q. v.). χρῡσεο-στέφᾰνος,ον, A. f.l. for χρυσοστέφανος (q. v.).
χρῡσεό-στολος , ον , = foreg., πέπλων χ. φάρος E. HF 414 (lyr.). χρῡσεό-στολος,ον,=foreg., A. πέπλων χ. φάρος E. HF 414 (lyr.).