ὀρεσχάς , άδος , ἡ , = ὄσχη , Harp. s.v. ὀσχοφόροι ; = τὸ σὺν τοῖς βότρυσιν ἀφαιρεθὲν κλῆμα , Hsch. ὀρεσχάς,άδος,ἡ, A. = ὄσχη , Harp. s.v. ὀσχοφόροι ; = τὸ σὺν τοῖς βότρυσιν ἀφαιρεθὲν κλῆμα , Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ὀρεσχάς , άδος , ἡ , = ὄσχη , Harp. s.v. ὀσχοφόροι ; = τὸ σὺν τοῖς βότρυσιν ἀφαιρεθὲν κλῆμα , Hsch. ὀρεσχάς,άδος,ἡ, A. = ὄσχη , Harp. s.v. ὀσχοφόροι ; = τὸ σὺν τοῖς βότρυσιν ἀφαιρεθὲν κλῆμα , Hsch.
ὁρητός , ή , όν , Ion. for ὁρατός, Man. 2.31 , 130 . ὁρητός,ή,όν, Ion. forὁρατός, Man. 2.31 , 130 .
ὀρθο-σύνη , ἡ , = ὀρθότης , Democr. 40 . ὀρθο-σύνη,ἡ, A. = ὀρθότης , Democr. 40 .
ὀρθρ-ίδιος [ρῐ] , η , ον , poet. for ὄρθριος, AP 5.2 (Antip. Thess.). ὀρθρ-ίδιος [ρῐ],η,ον, poet. forὄρθριος, AP 5.2 (Antip. Thess.).
ὀρθωσία , ἡ , = ὄρθωσις , Suid. ὀρθωσία,ἡ, A. = ὄρθωσις , Suid.
ὀρῑγᾰν-ίς , ίδος , ἡ , = μᾶρον , Ps.- Dsc. 3.42 ; but ὀρίγανις , εως , Lycus ap. Orib. 9.34.4 . ὀρῑγᾰν-ίς,ίδος,ἡ, A. = μᾶρον , Ps.- Dsc. 3.42 ; butὀρίγανις,εως, Lycus ap. Orib. 9.34.4 .
ὀρικάνην: δεσμωτήριον, οἱ δὲ φραγμόν, οἱ δὲ σαργάνην, ἢ σκῆπτρον, Hsch. (Cf. ὁρκάνη. ) ὀρικάνην: δεσμωτήριον, οἱ δὲ φραγμόν, οἱ δὲ σαργάνην, ἢ σκῆπτρον, Hsch. (Cf.ὁρκάνη.)
ὅρισ-ις , εως , ἡ , = ὁρισμός , Gal. 8.698 , Hsch. s.v. προθεσμία. ὅρισ-ις,εως,ἡ, A. = ὁρισμός , Gal. 8.698 , Hsch. s.v. προθεσμία.
ὁρμᾱθῶ , ῇς, ῇ, Dor. aor. 1 Pass. subj. of ὁρμάω, E. Andr. 859 (lyr.). ὁρμᾱθῶ,ῇς, ῇ, Dor. aor. 1 Pass. subj.ofὁρμάω, E. Andr. 859 (lyr.).
skilled in bird-catching ὀρνεο-θηρευτικός,ή,όν, A. skilled in bird-catching:ἡ -κή(sc.τέχνη) Ath. 1.25d .
of ὀρνῑθ-ευτικός,ή,όν, A. oforfor bird-catching:ἡ -κή(sc.τέχνη)the art of bird-catching, fowling, Pl. Sph. 220b , Porph. Abst. 1.53 , Poll. 7.139 .
ὀρνῑθοσκοπ-ία , ἡ , = ὀρνιθομαντεία , Phleg. 37J. ὀρνῑθοσκοπ-ία,ἡ, A. = ὀρνιθομαντεία , Phleg. 37J.
ὀρόβαξ , ἡ , = γλυκυσίδη , Ps.- Dsc. 3.140 :—also ὀροβάδιον , ibid. ὀρόβαξ,ἡ, A. = γλυκυσίδη , Ps.- Dsc. 3.140 :—alsoὀροβάδιον, ibid.
ὀρόγυια , ἡ , = ὄργυια , Pi. P. 4.228 , Ar. Fr. 942 ; gen. pl. ὀρογυῶν IG 22.1693 . ὀρόγυια,ἡ, A. = ὄργυια , Pi. P. 4.228 , Ar. Fr. 942 ; gen. pl. ὀρογυῶν IG 22.1693 .
ὄρουσις , εως , ἡ , ̔ὀρούὠ = ὅρμησις, ὁρμή , defined as φορὰ διανοίας ἐπί τι μέλλον, Stoic. 3.40 ; prob. cj. in Ph. 1.602 for ἔρυσιν. ὄρουσις,εως,ἡ , ̔ὀρούὠ A. = ὅρμησις, ὁρμή , defined asφορὰ διανο
ὀρρο-ποτίη , ἡ , v. ὀροποτίη. ὀρρο-ποτίη,ἡ, A. v. ὀροποτίη.
ὀρσότης , ητος , ἡ , = ὁρμή , Critias 41 D. ὀρσότης,ητος,ἡ, A. = ὁρμή , Critias 41 D.
ὁρτή , ἡ , Ion. for ἑορτή. ὁρτή,ἡ, Ion. forἑορτή.
ὀρῠγή , ἡ , = ὀρυχή , D.H. 4.59 , Dsc. 4.162 , Tz. H. 1.915 . pl., steps, Cyran. 5 . ὀρῠγή,ἡ, A. = ὀρυχή , D.H. 4.59 , Dsc. 4.162 , Tz. H. 1.915 . 2. pl.,steps, Cyran. 5 .
ὀρυγμίη , ἡ , v. l. for ὀρεγμίη, Aret. SD 1.5 . ὀρυγμίη,ἡ,v.l. forὀρεγμίη, Aret. SD 1.5 .
ὀρυκ-τή , ἡ , = ὄρυγμα , Ph. 1.626 . ὀρυκ-τή,ἡ, A. = ὄρυγμα , Ph. 1.626 .
ὀρῠχή , ἡ , = ὄρυξις , Inscr.Délos 365.32 (iii B. C.) , SIG 799ii2 (Cyzicus, i A. D. ), Luc. Ner. 1 . apptly., = snout of a pig, Plu. 2.670a (s.v.l.). ὀρῠχή,ἡ, A. = ὄρυξις , Inscr.Délos 365.32 (iii
ὀρφᾰν-εία , ἡ , = ὀρφανία , UPZ 9.11 (ii B. C.) , PFay. 94.5 (iii A. D.) . ὀρφᾰν-εία,ἡ, A. = ὀρφανία , UPZ 9.11 (ii B. C.), PFay. 94.5 (iii A. D.).
ὄρχεα , = ὄσχεος , Gal. 19.127 ; ὀρχέα: ἡ τοῦ ταύρου ὀ<ς>χέα, Hsch. ὄρχεα, A. = ὄσχεος , Gal. 19.127 ;ὀρχέα: ἡ τοῦ ταύρου ὀ<ς>χέα, Hsch.