ἐπιρρώπια: ἐπιτελῆ , Hsch. (Prob. ἐπὶ ῥώπια: ἐπ' εὐτελῆ .) ἐπιρρώπια: ἐπιτελῆ, Hsch. (Prob.ἐπὶ ῥώπια: ἐπ' εὐτελῆ.)
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἐπιρρώπια: ἐπιτελῆ , Hsch. (Prob. ἐπὶ ῥώπια: ἐπ' εὐτελῆ .) ἐπιρρώπια: ἐπιτελῆ, Hsch. (Prob.ἐπὶ ῥώπια: ἐπ' εὐτελῆ.)
εὐθῠ́-ορον: τόπος ἐπ' εὐθείας ἔχων τὸν ὅρον , EM 391.48 , Phot. εὐθῠ́-ορον: τόπος ἐπ' εὐθείας ἔχων τὸν ὅρον, EM 391.48 , Phot.
εὔπλουτον κανοῦν: εὖ ἔχον πλούτου, διὰ τὰς ἐπ' αὐτῷ ὀλάς: πλοῦτον γὰρ ἔλεγον τὴν ἐκ τῶν κριθῶν καὶ τῶν πυρῶν περιουσίαν , Hsch. εὔπλουτον κανοῦν: εὖ ἔχον πλούτου, διὰ τὰς ἐπ' αὐτῷ ὀλάς: πλοῦτον γὰρ ἔλ
ἐφίσδω , Dor. for ἐφίζω . ἐφίσης , = ἐπ' ἴσης , v. ἴσος . ἐφίσδω, Dor. forἐφίζω.ἐφίσης, A. = ἐπ' ἴσης , v. ἴσος .
θῠρη-βόλιον : τὴν ἐπ' ἀγρῷ οἴκησιν , Hsch. ;= ἔπαυλις , EM 459.13 : θῠρη-βόλιον:τὴν ἐπ' ἀγρῷ οἴκησιν, Hsch. ;=ἔπαυλις, EM 459.13 :
ἰθῠπετεῖν [ ῑ] ( ἰθυνπ- cod.) : ἐπ' εὐθείας ὁρμῆσαι , Hsch. ἰθῠπετεῖν[ῑ](ἰθυνπ-cod.): ἐπ' εὐθείας ὁρμῆσαι, Hsch.
λῐνῠφ-εῖον , τό , = λινυφαντεῖον, ἐπ' ἀμφόδου Λινυφείων BGU 324.7 (ii A. D.) . λῐνῠφ-εῖον,τό, A. = λινυφαντεῖον, ἐπ' ἀμφόδου Λινυφείων BGU 324.7 (ii A. D.).
slay sheep μηλο-σφᾰγέω, A. slay sheep,ἱερὰ μ. offer sheepin sacrifice, S. El. 280 : abs., μ. δαιμόνων ἐπ' ἐσχάραις E. Fr. 628 : generally,offer sacrifice, βουθύτοις ἐπ' ἐσχάραις Ar. Av. 1232 , cf
ὀρι-κυπτεῖν: τὸ ἀνατείνεσθαι, καὶ ἐπ' ἄκρων ὀνύχων ἵστασθαι, Hsch. (Cf. ὀρκ-. ) ὀρι-κυπτεῖν: τὸ ἀνατείνεσθαι, καὶ ἐπ' ἄκρων ὀνύχων ἵστασθαι, Hsch. (Cf.ὀρκ-.)
στείνων: ὡραϊστής, καὶ ἐπ' αὐτῷ ἀρέσκων , Hsch. στεινωπός , v. στενωπός . στειπτός , v. στιπτός . στείνων: ὡραϊστής, καὶ ἐπ' αὐτῷ ἀρέσκων, Hsch. στεινωπός, A. v. στενωπός .στειπτός, v. στιπτός .
ὑμνοτήιαι: σύνοδοι τῶν ἐπ' ἔτος γεγαμημένων, Hsch. ὑμνοτήιαι: σύνοδοι τῶν ἐπ' ἔτος γεγαμημένων, Hsch.
ψιλεύς , έως , ὁ , in pl. ψιλεῖς: οἱ ὕστατοι χορεύοντες, Hsch. ; ἐπ' ἄκρου χοροῦ ἱστάμενος, Suid. ψιλεύς,έως,ὁ, in pl.ψιλεῖς: οἱ ὕστατοι χορεύοντες, Hsch. ;ἐπ' ἄκρου χοροῦ ἱστάμενος, Suid.
in the very act Related to: αὐτό-φωρος, ον, (φώρ) self-detected, ἀμπλακήματα[[ 5th c.BC: Sophocles Tragicus “Antigone” 51. ] Refs 5th c.BC+] __II mostly in the phrase ἐπ᾽ αὐτοφώρῳ λαμβάνειν to catch
a grate ἐσχάρ-α, Ionic dialect ἐσχάρη [ᾰ], ἡ, Epic dialect genitive and dative ἐσχαρόφιν (ἀπ᾽ ἐσχ- [[ 8th c.BC: Odyssea Homerus Epicus “Odyssey” 7.169 ] Refs 8th c.BC+], ἐπ᾽ ἐσχ- [[ 5.59, 19.389)] Re
make ready στέλλω, Il. 4.294 , etc.:fut. A. στελῶ S. Ph. 640 , Ep. στελέω Od. 2.287 :aor. ἔστειλα Th. 7.20 , Ep. στεῖλα Od. 14.248 :pf. ἔσταλκα Arr. An. 2.11.9 , (ἀπ-, ἐπ-) Isoc. 1.2 ,
σκήπτω , A. Ag. 310 : fut. σκήψω ( ἐπι- ) Pl. Tht. 145c (s. v.l.): aor. ἔσκηψα E. Hel. 834 : pf. ἔσκηφα ( ἐπ- ) D.L. 1.117 :— Med. , fut. σκήψομαι Hdt. 7.28 , Ar. Ec. 1027 : aor. ἐσκηψάμην D. 6.13 :—
ἐφίστημι , Ion. ἐπ- : causal in pres. , impf. , fut. , and aor. 1 (also in the later pf. and plpf. ἐφέστᾰκα, ἐφεστάκειν [ᾰ ], v. infr. 11.1 , VI. 2 ): set, place upon , τεῖχος τείχει Th. 2.75 ; τι ἐπί
coming to pass, performance, consummation τέλος,εος,τό, (τέλλομαι, τέλλω) A. coming to pass, performance, consummation, εἰ γὰρ ἐπ' ἀρῇσιν τ. ἡμετέρῃσι γένοιτο Od. 17.496 ; ἐν [θεοῖς] τ. ἐστὶν ὁμῶς
goal/tax τέλος, εος, τό, (τέλλομαι, τέλλω) coming to pass, performance, consummation, εἰ γὰρ ἐπ᾽ ἀρῇσιν τ. ἡμετέρῃσι γένοιτο [[ 8th c.BC: Odyssea Homerus Epicus “Odyssey” 17.496; ἐν [θεοῖς] τ. ἐστὶν
bend of the arm, ἀγκών,ῶνος,ὁ, A. bend of the arm,hence,elbow, ὀρθωθεὶς δ' ε'π' ἀγκῶνος Il. 10.80 ; ἦ, καὶ ἐπ' ἀγκῶνος Κεφαλὴν σχέθεν Od. 14.494 ; ἀγκῶνα τυχὼν μέσον Il. 5.582 , cf. 20.479 ;ἀγ
an angle ἀγκών, ῶνος, ὁ, bend of the arm, hence, elbow, ὀρθωθεὶς δ᾽ ε᾽π᾽ ἀγκῶνος[[ 8th c.BC: Ilias Homerus Epicus “Illiad” 10.80; ἦ, καὶ ἐπ᾽ ἀγκῶνος κεΦαλὴν σχέθεν 8th c.BC: Odyssea Homerus Epicus “O
stay in foreign land ἀλλο-δημία, Dor. ἀλλο-δαμία,ἡ, A. = ἀποδημία ,stay in foreign land, Hp. Int. 48 ;ἐν ἀλλοδημίᾳ abroad, Pl. Lg. 954e ; καταστρέφειν ἐπ' ἀλλοδημί<ας> Phld. Mort. 26 : pl., Iamb.
deprivation, ἀποστέρ-ησις,εως,ἡ, A. deprivation, τῆς ἀκοῆς Th. 7.70 ;ἐπ' ἀποστερήσει τοῦ δούλουfor the purpose ofdeprivinghimofthe slave, Pl. Lg. 936d . II. withholding what is due, Antipho Soph
of αὔλειος,α,ον, sts. alsoος,ον(cf. infr.):— A. oforbelonging to the court, ἐπ' αὐλείῃσι θύρῃσιat the doorof the court,i.e. theouterdoor,house-door, Od. 11.239 , cf. Pi. N. 1.19 , Hdt. 6.69 ; αὔλειοι