ἀντιλᾰβ-εύς , έως , ὁ , = πόρπαξ , Hsch. ἀντιλᾰβ-εύς,έως,ὁ, A. = πόρπαξ , Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀντιλᾰβ-εύς , έως , ὁ , = πόρπαξ , Hsch. ἀντιλᾰβ-εύς,έως,ὁ, A. = πόρπαξ , Hsch.
ἀντιμῶλος , ὁ , Cret., = ἀντίδικος , Leg.Gort. 6.25 . ἀντιμῶλος,ὁ, Cret., A. = ἀντίδικος , Leg.Gort. 6.25 .
ἀντιπερι-σπασμός , ὁ , = foreg., D.S. 14.49 . ἀντιπερι-σπασμός,ὁ,=foreg., D.S. 14.49 .
ἀντιπορνόβοσκος , ὁ , title of a comedy by Dioxippus, Ath. 3.100e . ἀντιπορνόβοσκος,ὁ, title of a comedy by Dioxippus, Ath. 3.100e .
ἀντιστᾰσ-ιαστής , οῦ , ὁ , = ἀντιστασιώτης , J. BJ 1.7.5 , D.C. 73.4 , Fr. 84.1 . ἀντιστᾰσ-ιαστής,οῦ,ὁ, A. = ἀντιστασιώτης , J. BJ 1.7.5 , D.C. 73.4 , Fr. 84.1 .
ἀντιχρον-ισμός , ὁ , = foreg., ib. 48 , Hdn.in An.Ox. 3.274 . ἀντιχρον-ισμός,ὁ,=foreg., ib. 48 , Hdn.in An.Ox. 3.274 .
ἀντλ-ησμός , ὁ , = foreg., PFlor. 16.21 (iii A.D.) . ἀντλ-ησμός,ὁ,=foreg., PFlor. 16.21 (iii A.D.).
ἀντλ-ητής , οῦ , ὁ , = ἀντλητήρ 1 , PLond. 1.131r311 (i A.D.) , al., Ptol. Tetr. 179 . ἀντλ-ητής,οῦ,ὁ, A. = ἀντλητήρ 1 , PLond. 1.131r311 (i A.D.), al., Ptol. Tetr. 179 .
ἀντρίτης , ου , ὁ , = ἀντραῖος , coined by St.Byz. s.v. Ἄντρον. ἀντρίτης,ου,ὁ, A. = ἀντραῖος , coined by St.Byz. s.v. Ἄντρον.
ἀνύπους , ὁ , ἡ , only in Hsch. ἀνύποδας: ταχύποδας, ἀπὸ τοῦ τοῖς ποσὶν ἀνύειν, prob. due to a misreading of S. Aj. 837 Επινῦς τανύποδας. ἀνύπους,ὁ,ἡ, only in Hsch. ἀνύποδας: ταχύποδας, ἀπὸ τοῦ τοῖς
ἄξος , ὁ , Cret., = ἀγμός , St.Byz. s.v. Ὄαξος. Maced. word for ὕλη, Hsch. ἄξος,ὁ, Cret., A. = ἀγμός , St.Byz. s.v. Ὄαξος. B. Maced. word forὕλη, Hsch.
ἀόρτ-ης , ὁ ,͂ἀορτή 11 ( Maced. ), Hsch. ͂ἀορτήρ 1 , Id. ἀόρτ-ης,ὁ A. ,͂ἀορτή 11 ( Maced. ), Hsch. 2. ͂ἀορτήρ 1 , Id.
ἀπ-ωσμός , ὁ , = foreg., LXX La. 1.7 . ἀπ-ωσμός,ὁ,=foreg., LXX La. 1.7 .
ἀπαγγ-ελεύς , έως , ὁ , = ἀπαγγελτήρ , Man. 2.263 . ἀπαγγ-ελεύς,έως,ὁ, A. = ἀπαγγελτήρ , Man. 2.263 .
strangle, throttle, ἀπάγχω, A. strangle, throttle, ὁ μὲν λάε νεβρὸν ἀπάγχων Od. 19.230 ; γαλῆν ἀ. Ar. Pax 795 , cf. Plu. Mar. 27 , Luc. Lex. 11 ;ὃ μάλιστά μ' ἀπάγχει chokesmewith anger, Ar. V.
ἀπᾰθᾰνᾰτ-ισμός , ὁ , = foreg., Corn. ND 31 , PMag.Par. 1.741 , al. ἀπᾰθᾰνᾰτ-ισμός,ὁ,=foreg., Corn. ND 31 , PMag.Par. 1.741 , al.
ἀπαμφι-ασμός , ὁ , = foreg., metaph., τοῦ τρόπου Corn. ND 30 . ἀπαμφι-ασμός,ὁ,=foreg., metaph., A. τοῦ τρόπου Corn. ND 30 .
ἄπαρχος , ὁ , f.l. for ἔπαρχος , A. Pers. 327 . ἄπαρχος,ὁ, A. f.l. for ἔπαρχος , A. Pers. 327 .
ἀπέλλητος , ὁ , = ἀνταγωνιστής , A. Fr. 415 . ἀπέλλητος,ὁ, A. = ἀνταγωνιστής , A. Fr. 415 .
Ἀπέλλων , ὁ , Dor. form of Ἀπόλλων, IG 5(1).145 ( Amyclae ), GDI 5075 (Cret.), etc.; cf. Ἀπείλων Inscr.Cypr. 140H. Ἀπέλλων,ὁ, Dor. form ofἈπόλλων, IG 5(1).145 (Amyclae), GDI 5075 (Cret.), etc.; cf.
ἀπενῐαυτ-ισμός , ὁ , = ἀπενιαύτησις , AB 421 , Hsch. ἀπενῐαυτ-ισμός,ὁ, A. = ἀπενιαύτησις , AB 421 , Hsch.
not ripened, unripe, ἀπέπαντος,ον, (πεπαίνω) A. not ripened, unripe, Thphr. CP 2.8.4 , AP 9.561 ( Phil. ), Dsc. 5.34 ; cf.ἀπεπαν[ό] τος: ὁ μὴ παλαιούμενος, Hsch.
ἀπεροπεύς , έως , ὁ ,͂ἠπεροτευτής, EM 433.45 . ἀπεροπεύς,έως,ὁ ,͂ἠπεροτευτής, EM 433.45 .
ἀπλήξ , ῆγος , ὁ , ἡ , = ἄπληκτος 1 , Arr. Epict. 4.1.124 ; sens. obsc., Luc. Am. 54 . ἀπλήξ,ῆγος,ὁ,ἡ, A. = ἄπληκτος 1 , Arr. Epict. 4.1.124 ; sens. obsc., Luc. Am. 54 .