τίτᾰνις [ τῐ], εως , ἡ , = τίτανος , Lycus ap. Orib. 9.42.1 codd., Adam. Vent. 37 , Alex.Trall. 9.3 . τίτᾰνις[τῐ],εως,ἡ, A. = τίτανος , Lycus ap. Orib. 9.42.1 codd., Adam. Vent. 37 , Alex.Trall. 9.3
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
τίτᾰνις [ τῐ], εως , ἡ , = τίτανος , Lycus ap. Orib. 9.42.1 codd., Adam. Vent. 37 , Alex.Trall. 9.3 . τίτᾰνις[τῐ],εως,ἡ, A. = τίτανος , Lycus ap. Orib. 9.42.1 codd., Adam. Vent. 37 , Alex.Trall. 9.3
τίταξ: ἔντιμος, ἢ δυνάστης, οἱ δὲ βασιλεύς , Hsch. τίταξ: ἔντιμος, ἢ δυνάστης, οἱ δὲ βασιλεύς, Hsch.
τιτήνη , ἡ , = βασιλίς , A. Fr. 272 (pl.). τιτήνη,ἡ, A. = βασιλίς , A. Fr. 272 (pl.).
τοῖιν , v. ὁ , ἡ , τό. τοῖιν,v. ὁ,ἡ , τό.
τοιχ-άς , άδος , ἡ , in pl., epith. of ships in Nonn. D. 39.7 ( στοιχάδας Ludwich). τοιχ-άς,άδος,ἡ, in pl., epith. of ships in Nonn. D. 39.7 (στοιχάδαςLudwich).
τοιχο-ποιία , ἡ , = τειχ- (which is v.l.), Ph. Bel. 81.34 . τοιχο-ποιία,ἡ, A. = τειχ- (which is v.l.), Ph. Bel. 81.34 .
τοκ-ίς , ίδος , ἡ , prob. = τοκάς , perh. of geese, BGU 1212 D 26 (Ptolemaic royal edict). τοκ-ίς,ίδος,ἡ, prob. A. = τοκάς , perh. of geese, BGU 1212 D 26 (Ptolemaic royal edict).
τολμ-ητικός , ή , όν , = τολμηρός , in Sup. , Hippod. ap. Stob. 4.1.94 . τολμ-ητικός,ή,όν, A. = τολμηρός , in Sup. , Hippod. ap. Stob. 4.1.94 .
a wild gourd τολύπ-η, ἡ, clew, ball of wool ready for spinning, or of spun yarn, [[ 5th c.BC: Sophocles Tragicus “Fragmenta” 1102, 5th-6th c.BC: Aristophanes Comicus “Lysistrata” 586 (_anapaet meter_
of archery, τοξ-ευτικός,ή,όν, A. of archery, ἡ τ.(sc.τέχνη) Gal. Thras. 45 , cf. Eust. 40.22 .
τοξ-ία , ἡ , = τοξῖτις , Leg.Gort. 3.9 . τοξ-ία,ἡ, A. = τοξῖτις , Leg.Gort. 3.9 .
bowmanship, archery, τοξο-σύνη,ἡ, A. bowmanship, archery, Il. 13.314 , E. Andr. 1194 (lyr.).—Poet. word,ἡ τοξικήbeing used in Prose.
τορμίον , v. τόρμος 11.2 . τορμίς: ἡ δέσποινα, Hsch. τορμίον, A. v. τόρμος 11.2 .τορμίς: ἡ δέσποινα, Hsch.
τόρν-ευσις , εως , ἡ , = τορεία 1 , Sch.D Il. 18.590 (fort. τόρευσις ). τόρν-ευσις,εως,ἡ, A. = τορεία 1 , Sch.D Il. 18.590 (fort.τόρευσις).
of τορν-ευτικός,ή,όν, A. oforfor turning on a lathe: ἡ -κή(sc.τέχνη) v.l. for τορευ- in M.Ant. 5.1 .
τορονευτός , ή , όν , = τορνευτός , Edict.Diocl. 15.43 . τορονευτός,ή,όν, A. = τορνευτός , Edict.Diocl. 15.43 .
τραπεζ-ία , ἡ , = τραπεζοποιία (which shd. perh. be read), Thphr. HP 3.10.1 . τραπεζ-ία,ἡ, A. = τραπεζοποιία (which shd. perh. be read), Thphr. HP 3.10.1 .
τρᾰπεζ-ώ , ἡ , = τραπεζοφόρος 2 , Hsch. ( τραπεζών cod.). τρᾰπεζ-ώ,ἡ, A. = τραπεζοφόρος 2 , Hsch. (τραπεζώνcod.).
of τρᾰπεζῑτ-ικός,ή,όν, A. oforfor a banker; τ. λόγοςspeechagainst the banker,name of an oration by Isoc. ; τ. δίκαι Arist. Ath. 52.2 ;ἡ τ. στοά the bankers'colonnade, Ephes. 3.65 p.148 ; τ. τέχνη
τραύλωσις , εως , ἡ , = τραυλότης , Gal. 18(1).51 . τραύλωσις,εως,ἡ, A. = τραυλότης , Gal. 18(1).51 .
of τραυμᾰτ-ικός,ή,όν, A. oforfor wounds, ἀντίδοτος, [ῥίζα], Dsc. 1.99 , 3.3 , etc.;τὰ τ.(sc.φάρμακα) Id. 1.72.5 ;ἔστι(ἡ κόλλα) τραυματ ική Id. 3.87 , cf. 145 .
τράφη , ἡ , v. τάφρη. τράφη,ἡ, A. v. τάφρη.
τρέμῐθος , ἡ , poet. for τέρμινθος, Nic. Th. 844 , cf. St.Byz. s.v. Τρεμιθοῦς. τρέμῐθος,ἡ, poet. forτέρμινθος, Nic. Th. 844 , cf. St.Byz. A. s.v. Τρεμιθοῦς.
τρεπ-τότης , ητος , ἡ , = τροπή , Hsch. τρεπ-τότης,ητος,ἡ, A. = τροπή , Hsch.